[Εισαγωγή]
Στάθηκα δίπλα στον Γκέμπελς και θαυμάζαμε μαζί τις Καρυάτιδες. Συζητήσαμε σχεδόν συντετριμμένοι για την απώλεια του αγάλματος της Αθηνάς από τον ναό του Παρθενώνα.
"Τίποτα από αυτά δεν θα είχε υπάρξει αν δεν είχε ποτιστεί η γη της Μήλου με το αίμα των κατοίκων της", μου εκμυστηρεύτηκε χαμηλόφωνα. Με ένα νεύμα συμφώνησα.
Μετά κατηφορίσαμε στους σύγχρονους χώρους τέχνης και δημιουργίας. Αυτούς που φέρουν τα ονοματεπώνυμα των δωρητών τους, οι οποίοι έζησαν ανάμεσά μας, αλλά και πάνω από εμάς. Αυτούς που μετά θάνατον δέχτηκαν να μοιραστούν λίγη από την υπερκόσμια αίγλη τους με τους υποτακτικούς τους, υπενθυμίζοντάς έτσι την οφειλόμενη ευγνωμοσύνη προς τα πρόσωπά τους.
Στ' αλήθεια τώρα,
αποφεύγω αυτούς τους χώρους. Μου θυμίζουν τα χρυσαφικά των παπάδων και όλες τις γκροτέσκ μεταμφιέσεις των ανθρώπων της εξουσίας. Μου θυμίζουν τους "στολισμένους όρθιους πίθηκους που προσπαθούν να μας πείσουν για την ανωτερότητά τους" όπως λέει ο Αντρέας Γεωργίου στο Τέλειο Κράτος.
Η τέχνη, θεωρούν κάποιοι, επιβεβαιώνει την ύπαρξη του πολιτισμού.
Ας αναρωτηθούμε όμως: ο πολιτισμός προσδιορίζεται από τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα ή από την ποιότητα των ανθρώπινων και κοινωνικών σχέσεων; Πιο απλά: Μπορούμε να παράγουμε καλλιτεχνικά δημιουργήματα με τα κόκαλα ανθρώπων που δολοφονούμε; Ο Γκέμπελς τί θα απαντούσε;
[Πρώτο μέρος]
Μία καλή φίλη είπε πως αυτή η προσέγγιση είναι "γκεμπελική", το να προσπαθώ δηλαδή αυθαίρετα να ταυτίσω την αντίθετη άποψη από την δική μου με έναν άνθρωπο που του αποδίδουμε τερατόμορφες ιδιότητες.
Δυστυχώς όμως, ούτε ο Γκέμπελς ήταν κάτι διαφορετικό από άνθρωπος, αλλά ούτε και η άποψή μου τελικά διαφέρει από εκείνην που, ίσως αυθαίρετα, του αποδίδουμε:
Και βέβαια μπορούμε να παράγουμε καλλιτεχνικά δημιουργήματα με τα κόκαλα ανθρώπων που δολοφονούμε.
Το πρόβλημα σε αυτήν την πρόταση δεν βρίσκεται στο τί είδους καλλιτεχνικά δημιουργήματα παράγουμε, αλλά στο ότι μπορούμε να διαπράττουμε μαζικούς φόνους, να τους δικαιολογούμε, και πολύ περισσότερο να τους υμνολογούμε αδιαλείπτως από την εποχή του Ομήρου έως σήμερα. Η τέχνη κινείται μέσα στο εκάστοτε πλαίσιο που ορίζεται από την ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Αν δίνουμε βραβεία Ειρήνης με τα χρήματα ενός πολεμοκάπηλου, αν κάνουμε πολέμους στο όνομα του θεού της αγάπης, αν δυναστεύουμε κοινωνίες ολόκληρες στο όνομα της ελευθερίας και της δημοκρατίας τότε μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα κινείται και η τέχνη μας.
Είναι έτσι όμως; Και η Γκερνίκα, η Κραυγή, η Αντιγόνη, ο Πόλεμος και Ειρήνη, ο Λόρκα, ο Ριβέρα και ο κατάλογος που δεν τελειώνει;
[Δεύτερο μέρος]
Οι ανάγκες που μας οδηγούν στο να δημιουργούμε καλλιτεχνικά έργα είναι πολυδιάστατες, και διαρκώς σε αμφίδρομη διαδικασία με την εξίσου πολυδιάστατη, προσωπική και συλλογική, διάνοιά μας. Ο πολιτισμός μας που είναι εδραιωμένος στον πόλεμο και τον καταναγκασμό, προσπαθεί, με διάφορα προσχήματα, να αποκρύπτει την γενεσιουργό του αντίφαση: πως δηλαδή ξεχωρίζει τους ανθρώπους σε ανώτερους και κατώτερους, σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, σε κυρίαρχους και υποταγμένους. Πυλώνας αυτής της προσπάθειας είναι το ιδεολόγημα πως, από την μία, είναι η "φυσική" τάξη που επιβάλλει την υφιστάμενη κοινωνική "τάξη", και από την άλλη, πως κάθε κρατική οντότητα αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο ανθρώπων με κοινά συμφέροντα.
Δεν μοιάζει όμως αυτό το ιδεολόγημα να είναι ικανό να καταργήσει την αντίφαση που γεννά ο πολιτισμός του πολέμου και του καταναγκασμού. Άλλωστε, θα ήταν ολότελα παράδοξο ένα ιδεολόγημα να ήταν ικανό να καταργήσει την συνείδηση των ανθρώπων ή να χαλιναγωγήσει το σύνολο της δημιουργικότητάς τους. Έτσι, υπάρχει πάντα ένα μέρος της παραγωγής κ α ι καλλιτεχνικών έργων με προέλευση πέρα από τον έλεγχο των κυρίαρχων κέντρων.
[Τρίτο μέρος]
Παρ' όλα αυτά, το ιδεολόγημα των κυρίαρχων διεκδικεί εκ μέρους τους, συνολικά, την πατρότητα των επιστημών, των τεχνολογιών, των τεχνών, αλλά και της ίδιας της έννοιας του πολιτισμού σε οποιαδήποτε έκφανσή του. Αυτή η υποτιθέμενη πατρότητα είναι που δίνει στους κυρίαρχους το αναγκαίο κύρος και την πειθώ που, ως υποτελείς τους, μας κατευνάζει και μας αδρανοποιεί.
Το κύρος που προέρχεται από την κατοχή καλλιτεχνικών έργων, η οριοθέτηση της καλλιτεχνικής παραγωγής, οι μορφές χρηματοδότησης, η απόδοση της καλλιτεχνικής παραγωγής και της αξιολόγησης αποκλειστικά σε ειδικούς, η αναγωγή των καλλιτεχνικών έργων σε οικονομικά μεγέθη, η διαμόρφωση καλλιτεχνικών ιεραρχιών και καλλιτεχνικών εξουσιών, είναι οι τρόποι με τους οποίους χρησιμοποιείται η τέχνη από τους κυρίαρχους. Αυτοί οι τρόποι επιδιώκεται να διαμορφώνουν τον κορμό της καλλιτεχνικής δημιουργίας από την εποχή του Ομήρου έως σήμερα και για όσο ακόμα θα αποδεχόμαστε να ζούμε σε συστήματα κυριαρχίας και υποτέλειας.
[Επίλογος]
Μερικές σκέψεις που θα πρότεινα ως όρους για την ύπαρξη της ανεξάρτητης καλλιτεχνικής δημιουργίας:
> Η ανεξάρτητη καλλιτεχνική σκηνή εδραιώνεται καταρχήν στην ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων που επιδιώκει να διαμορφώνει.
> Η ανεξάρτητη καλλιτεχνική σκηνή δεν αποτελεί προθάλαμο της κεντρικής σκηνής.
> Η ανεξάρτητη καλλιτεχνική σκηνή δεν αποτελεί τον ιδανικό χώρο ιδεολογικοποίησης της κακεντρέχειας.
> Η ανεξάρτητη καλλιτεχνική σκηνή είναι ο φυσικός χώρος ελεύθερης έκφρασης όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων.
> Η ανεξάρτητη καλλιτεχνική σκηνή ψάχνει τρόπους ώστε η καλλιτεχνική παραγωγή, όποια και να είναι η προέλευσή της, να απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους.
> Η ανεξάρτητη καλλιτεχνική σκηνή δεν διαμορφώνει ιεραρχίες και εξουσίες.
> Η ανεξάρτητη καλλιτεχνική σκηνή δεν μετατρέπει τα επιτεύγματά της σε οικονομικά μεγέθη αλλά ούτε και αναγνωρίζει τέτοια μεγέθη σε οποιαδήποτε επιτεύγματα των ανθρώπων.
> Η ανεξάρτητη καλλιτεχνική σκηνή σκιαγραφεί, προτείνει και εφαρμόζει στον βαθμό των δυνατοτήτων της έναν πολιτισμό που δεν περιλαμβάνει την αντίφαση του πολιτισμού των κυρίαρχων.
> Η ανεξάρτητη καλλιτεχνική σκηνή μπορεί να παραμένει ανεξάρτητη ακόμα και δεσπόζοντας στην κεντρική σκηνή όταν μπορεί να επιβάλλει τους όρους της και εφόσον δεν αποποιείται το αξιακό της σύστημα.
[Μικρό δρώμενο: https://youtu.be/eUKzSr5g-Z0?si=1ZYVdcu7TZl_0p-H]

Το 1946 συνεργάστηκε με το περιοδικό του Δημήτρη Φωτιάδη Ελεύθερα Γράμματα. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε το θεατρικό έργο Το Ξύπνημα, που παραστάθηκε από το θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών του Αιμιλίου Βεάκη. Στη συνέχεια (1947) συνεργάστηκε με την Ομάδα των Νέων Λογοτεχνών στην έκδοση του περιοδικού Θεμέλιο. Υπήρξε συνιδρυτής του Ρεαλιστικού θεάτρου (1949) μαζί με τον Γιώργο Γιαννίδη, στο οποίο λειτούργησε και ως σκηνοθέτης (στο Σχολείο γυναικών του Μολιέρου), ενώ άλλα θεατρικά έργα του ανέβασε ο θίασος του Τ.Καρούσου. Ανέλαβε τη στήλη της θεατρικής κριτικής στις εφημερίδες Δημοκρατική (1950) και Δημοκρατικός (1951). Συνεργάστηκε επίσης με τις εφημερίδες Ανεξάρτητος Τύπος, Αυγή, Ριζοσπάστης (μετά τη μεταπολίτευση ως ανταποκριτής στη Ρωσία) και με το περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης. Μετά την επιβολή της δικτατορίας του Παπαδόπουλου κατέφυγε στη Μόσχα, από όπου ανέπτυξε αντιδικτατορική δράση με αποτέλεσμα να του αφαιρεθεί μέχρι τη μεταπολίτευση η ελληνική ιθαγένεια. Μετά το 1974 η ζωή του μοιράστηκε ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Ρωσία. Στη Ρωσία πέθανε το 1979 από διάτρηση στομάχου.
«Τη μέρα εκείνη συμβήκανε πολλά γεγονότα στην πόλη Β. Στις έντεκα δόθηκε διαταγή να μπούνε στην πόλη τα τανκς για να χτυπήσουνε τους διαδηλωτές. Οι διαδηλώσεις συνεχίζονταν από το πρωί σ’ ολόκληρη την περιοχή γύρω από το Πανεπιστήμιο. Η αστυνομία δυο φορές διέλυσε τον κόσμο ρίχνοντας δακρυγόνα αέρια και κύκλωσε με μεγάλες δυνάμεις το χτίριο στο οποίο εξακολουθούσαν να βρίσκονται κλεισμένοι εκατοντάδες φοιτητές. Σε λίγο όμως εμφανίστηκαν νέες ομάδες διαδηλωτών γύρω από τον αστυνομικό κλοιό. Οι ομάδες μετατράπηκαν γρήγορα σε λεφούσια». «Ο Παράνομος» είναι ένα μυθιστόρημα του Κ. Κοτζιά, που επιχειρεί μια λογοτεχνική τομή του νεοφασισμού.
«Ηταν φανερό πως ο βασιλικός επίτροπος βιαζότανε να ξεμπερδεύουνε επιτέλους και να φύγει, μα πρώτη φορά στη σταδιοδρομία του ένοιωθε μια τέτοια “ντροπαλότητα”. Η παρουσία του άλλου, του άλλαζε τώρα και το σχήμα του κορμιού του, δηλαδή, ασυναίσθητα η πλάτη του, οι ώμοι ακόμα κι η κλίση του φαλακρού κεφαλιού είχαν πάρει το σχήμα μικρομαγαζάτορα που περιμένει καρτερικά την έξοδο του πελάτη για να κλείσει το μαγαζί του…». Συγκλονιστικές εικόνες από το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του Κ. Κοτζιά. Οπως λέει στην εισαγωγή ο ίδιος ο συγγραφέας, «το μυθιστόρημα “ο Αλύγιστος” δεν είναι απλώς μια δουλειά ολοκλήρωσης του βιβλίου μου “Επί εσχάτη προδοσία ” που είχε κυκλοφορήσει πριν από τη δικτατορία… Μέσα από τον πυκνό δραματικό μύθο έπρεπε σιγά σιγά να πλαστεί μια λογοτεχνική μορφή εμπνευσμένη από την τραγικότερη ίσως μορφή και μια από τις ηρωικότερες του κινήματός μας. Εννοώ τον Νίκο Πλουμπίδη… Ο “Αλύγιστος” φυσικά, δεν αποτελεί βιογραφία. Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι λογοτεχνικός και κάθε λογοτεχνικό έργο έχει το δικό του τρόπο να πλάθει τους ήρωές του… Ολοκληρώνοντας το παλιό βιβλίο μου, δεν προσπάθησα να δώσω ένα σχηματικό ημίθεο, αλλά έναν Ανθρωπο με κεφαλαίο στη μορφή του αγωνιστή».
«Από τις τέσσερις τα ξημερώματα οι απεργοί, άντρες και γυναίκες, αποκλείσανε το δρόμο και τα μονοπάτια που βγάζανε στο λιγνιτωρυχείο. Στις έξι έστριψε από τη λεωφόρο ένα φορτηγό γεμάτο έκτακτους εργάτες που προσέλαβε η εταιρεία. Μόλις ο οδηγός είδε από πέρα τους συγκεντρωμένους λιγνιτωρύχους φοβήθηκε και σταμάτησε. Δυο τρεις απεργοί τον πλησίασαν και του είπανε να φύγει. Το αυτοκίνητο ξαναχάθηκε στο βάθος της λεωφόρου. Λίγη ώρα αργότερα φανήκανε άλλα δύο φορτηγά από το μονοπάτι. Τούτη τη φορά, οι οδηγοί, αντί να σταματήσουν, πάτησαν γκάζι κυλώντας με ορμή προς την κατεύθυνση του λιγνιτωρυχείου. Δίπλα στον οδηγό του μπροστινού καθότανε ο επιστάτης». Το μυθιστόρημα του Κώστα Κοτζιά «Γαλαρία Νο7» είναι ένας πίνακας, που απεικονίζει ζωντανά, αντικειμενικά, την πραγματικότητα της ελληνικής ζωής των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, με επίκεντρο την εργατική τάξη σε μια φάση σκληρών ταξικών συγκρούσεων. Μέσα από τη σκληρή αυτή πάλη, διαγράφεται με καθαρή αισιοδοξία η προοπτική της νίκης του δίκαιου αγώνα της εργατικής τάξης, ενώ παράλληλα ακούγεται καθαρά η καμπάνα που χτυπάει για τον παλιό κόσμο, τον κόσμο της αδικίας και της εκμετάλλευσης, που οδεύει αναπόφευκτα στο τέλος του.
«Τούτη τη στιγμή το μυαλό του, παρ’ όλο το θυμό, δουλεύει με μια ψυχρή λογική. Αν συζητήσει με τους εργάτες είναι υποχρεωμένος να αποδεχτεί ορισμένους όρους κι αυτό ισοδυναμεί με ήττα σήμερα. Ενώ η βία ταχτοποιεί πολλές φορές τα ζητήματα γρήγορα, δίχως θόρυβο. Το μόνο που απομένει ύστερα, είναι να δοθεί μια εικόνα ειρηνικής ζωής στην επιχείρησή του». Ο «Καπνισμένος ουρανός» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Κώστα Κοτζιά. Το 1957 πήρε το πρώτο βραβείο πεζογραφίας του Δήμου Αθηναίων. Το κεντρικό επεισόδιο του μυθιστορήματος είναι εμπνευσμένο από το σπιτάκι του Υμηττού που έγινε ένας από τους θρύλους που σφραγίζουνε την Αντίσταση της Αθήνας ενάντια στη ναζιστική κατοχή και έμεινε στην ιστορία σαν «Κάστρο του Υμηττού». Ταυτόχρονα είναι ένα συνθετικό μυθιστόρημα όπου μέσα από τις ιστορίες των ηρώων απεικονίζονται οι βαθιές κοινωνικές αλλαγές που συντελέστηκαν στην περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά. Αυτές οι αλλαγές σε συνδυασμό με τη δράση των πρωτοπόρων εργατών, προετοίμασαν την ανάταση του ελληνικού λαού στον πόλεμο
κατά του ιταλικού φασισμού και στην Αντίσταση την περίοδο της κατοχής. Μέσα από τους χαρακτήρες του βιβλίου ξετυλίγονται τα γεγονότα ολόκληρης αυτής της τόσο σημαντικής περιόδου. Ο συγγραφέας Κώστας Κοτζιάς ανήκει στη συγγραφική γενιά της Αντίστασης.

