20260515

Ένα χάπι για τον Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι / Σημείωμα για τα δύο κορίτσια που πέταξαν ακούγοντας μουσική

"...

Παραμερίστε.
Δεν θα μου φράξετε το δρόμο.

Κοιτάχτε
αποκεφάλισαν ξανά τ’ αστέρια
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Έι, εσύ! Ουρανέ!
Βγάλ’ το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.

Ησυχία!
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ’ τα τσιμπούρια των άστρων."


Πέταξαν, έχοντας δυνατά μουσική στ' αυτιά τους. Θα ήθελα να ήξερα τί άκουγαν. Ποιά είναι η υπόκρουση που διάλεξαν αυτά τα πλάσματα του μέλλοντος για το τέλος;

Μετά ξεχύθηκαν οι κανονικοποιητές, όλοι αυτοί που έχουν κάνει την μιζέρια σημαία, που αραδιάζουν ασυναρτησίες για να δικαιολογούν την προδοσία, που κάνουν καριέρες με ειδικότητα το τίποτα και μόνο ταλέντο το να φιμώνουν την ίδια τους την σκέψη, που βρωμάνε τόσο πολύ ώστε να μην αντιλαμβάνονται ότι η ύπαρξή τους αδιάλειπτα δοξολογεί την ασχήμια σαν κολλημένο σιντί. Χωρίς αμφιβολία, αν για μια στιγμή κάποιο μυθικό ιερό πνεύμα τους χάριζε την εικόνα τους στον καθρέφτη θα ορμούσαν στο κενό αλαλάζοντες. 

Και τότε τα πλάσματα του μέλλοντος θα έφερναν το μέλλον, χωρίς βωμούς, χωρίς ανθρωποθυσίες. Υποκλίνομαι μπροστά σε αυτά τα πλάσματα του μέλλοντος, στην αγάπη τους, στην απελπισία τους, στην δύναμή τους, στην ομορφιά του κόσμου που φέρνουν.


"Την σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχειά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

..."


Τα ποιητικά αποσπάσματα είναι από το τέλος
και την αρχή του ποιήματος "Σύννεφο με παντελόνια"
του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκι